Μέτρηση Κοινωνικού Αντικτύπου – προς μια παντοκρατορία των αριθμών;

Την τελευταία δεκαετία, σε μεγάλο βαθμό, και ειδικά στις δυτικές κοινωνίες, έχει τροποποιηθεί ο τρόπος με τον οποίο βλέπει κανείς τον κόσμο. Πολλοί ερευνητές, ορμώμενοι από πλήθος στατιστικών δεδομένων, αναφέρονται σε μια τάση προς μια μετα-υλιστική κοινωνία. Δεν με ενδιαφέρουν (μόνο) τα υλικά αγαθά αλλά οι εμπειρίες, οι αξίες, μια άλλη τοποθέτηση ζωής. Έτσι, δεν είναι τυχαίο αυτό που καταγράφουμε και στο HIGGS, περισσότεροι άνθρωποι από ποτέ να θέλουν να δημιουργήσουν σχήματα προς έναν κοινωφελή σκοπό ή άτομα που εργάζονταν στον ιδιωτικό τομέα να θέλουν να μεταπηδήσουν στον Τρίτο Τομέα. Αυτή η τάση, δε, δεν αφορά μόνο σε άτομα και στοιχεία του κοινωνικού αλλά έχει την επίδρασή της και στο επιχειρείν, βλέπε για παράδειγμα το κίνημα των B-Corps διεθνώς ή των κοινωνικών επιχειρήσεων, ειδικά εντός Ευρώπης. Και καταγράφεται ακόμα και στο πιο «ακραίο» ίσως κομμάτι του επιχειρείν, αυτό των επενδύσεων, μέσα για παράδειγμα από την ανάδειξη του Impact Investing και των Social Impact Bonds.

Αυτή η ενδιαφέρουσα τάση έχει μια παράλληλη επίδραση στον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να λειτουργεί το οικοσύστημα των ΜΚΟ: ενισχύεται η ανάγκη για μέτρηση του κοινωνικού αντικτύπου των οργανώσεων. Χρειαζόμαστε μετρήσεις για να αναδειχθεί η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων, με διττό προσδοκώμενο αποτέλεσμα: (α) καταγραφή, ανάλυση και βελτίωση τρόπου λειτουργίας και (β) ενίσχυση της πειστικότητας των προτάσεων για χρηματοδοτήσεις. Αναντίρρητα, αυτή η τάση προϋπήρχε, με την αύξηση του αριθμού των οργανώσεων και την είσοδο στο μείγμα χρηματοδότησης του οικοσυστήματος δωρητών που κινούνται με περισσότερο ιδιωτικά/επιχειρηματικά κριτήρια αξιολόγησης προτάσεων για χρηματοδότηση.

Η πραγματικότητα είναι ότι πολλές οργανώσεις κινητοποιούνται από τον δεύτερο στόχο που ενισχύει την οικονομική τους βιωσιμότητα στο βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο διάστημα και δεν δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στον πρώτο. Μακροπρόθεσμα, όμως, διαφαίνεται από πλήθος αναλύσεων ότι η έμφαση στη διαρκή βελτίωση του τρόπου λειτουργίας βάσει και των αποτελεσμάτων μέτρησης κοινωνικού αντικτύπου ενισχύει και την οικονομική βιωσιμότητα της εκάστοτε οργάνωσης.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο καλύπτεται αυτή η νέα ανάγκη/απαίτηση από το οικοσύστημα. Τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί αρκετά εργαλεία μέτρησης κοινωνικού αντικτύπου. Για παράδειγμα, και στη χώρα μας συζητήθηκε αρκετά η χρήση του Social Return on Investment – SROI, μια μεθόδος χρηματοποίησης του αποτελέσματος ενός κοινωφελούς έργου. Βάσει της μεθοδολογίας προκύπτει ένα νούμερο, ένα ποσό εκφρασμένο σε ευρώ, του τι επιστρέφεται στην κοινωνία για κάθε ευρώ που εισέρχεται σε μια οργάνωση για ένα συγκεκριμένο έργο. Και αν και το SROI εστιάζει κυρίως σε επίπεδο έργου, μπορεί κάποιος να το αξιοποιήσει και για μια εκτίμηση σε επίπεδο οργάνωσης – στηριζόμενος στην παραδοχή ότι αυτή αποτελεί το άθροισμα των επιμέρους έργων που υλοποιεί. Το πρόβλημα, όμως, με το SROI και όλα τα ομοειδή εργαλεία, είναι ότι αυτά είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα και συχνά έχουν σημαντικό κόστος. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι στηρίζονται στην ύπαρξη γενικών δεδομένων για το εκάστοτε πεδίο εντός του οποίου υλοποιείται το έργο. Η μεθοδολογία απαιτεί, δε, μερικές παραδοχές οι οποίες αυξάνονται όσο δεν υπάρχουν γενικά δεδομένα. Έτσι, σε πολλούς τομείς στην Ελλάδα η λειτουργία του SROI γίνεται οριακά ουσιαστική καθώς στηρίζεται σε πληθώρα παραδοχών. Αντίστοιχα, απαιτείται ένα discount rate, δηλαδή μια εκτίμηση του τι κοινωνικό αντίκτυπο θα είχα αν έδινα τους πόρους για το έργο υπό συζήτηση σε ένα άλλο έργο. Και σε αυτό το σημείο υπάρχει σημαντική δυσκολία να υπολογιστεί ένα τέτοιο νούμερο, ιδιαίτερα, όμως, απαραίτητο για να λειτουργήσει ορθολογικά το SROI.

Το παράδειγμα που αναφέρθηκε είναι ενδεικτικό της δυσκολίας να χρησιμοποιήσουμε διάφορα εργαλεία μέτρησης κοινωνικού αντικτύπου με τρόπο σχετικά αξιόπιστο. Έτσι, πολλές οργανώσεις προβαίνουν σε μια απλή μέτρηση του αριθμού ωφελουμένων και παραδοτέων και πιθανά σε μια μερική αποτίμηση της ποιοτικής διάστασης της αλλαγής που φέρνουν. Η έμφαση, λοιπόν, στο ποσοτικό, ως πιο αντικειμενικό στοιχείο της κάθε παρέμβασης, το οποίο, όμως, τελικά αφήνει έξω από τους υπολογισμούς το πιο ουσιαστικό: την αλλαγή που φέρνει η κάθε παρέμβαση στο υποκείμενό της.

Έτσι, βλέπουμε όλο και περισσότερο στατιστικές αναλύσεις, ετήσιες αναφορές και infographics που καλύπτουν θεωρητικά αλλά όχι πάντα ουσιαστικά το κενό μιας μέτρησης κοινωνικού αντικτύπου. Αυτό που χρειάζεται να προστεθούν είναι, με αναφορά στη Θεωρία της Αλλαγής της κάθε οργάνωσης, μερικές, κατ’ ελάχιστο, πινελιές της ποιοτικής διάστασης των δράσεών της. Προς αυτό μπορεί να βοηθήσει η χρήση εργαλείων ποιοτικής έρευνας, για παράδειγμα focus groups, εθνογραφικές μελέτες, συνεντεύξεις, αλλά και τρόποι παρουσίασης αυτών όπως τα testimonials και το storytelling.

Παράλληλα, έχει σημασία να ενισχυθεί η διασύνδεση του οικοσυστήματος τόσο με κρατικές υπηρεσίες όσο και με την ακαδημαϊκή κοινότητα για να παραχθούν πολύτιμα δεδομένα για τον κάθε τομέα δράσης. Ειδικά η τελευταία ομάδα παράγει διαρκώς ερευνητικά αποτελέσματα στους περισσότερους τομείς ανθρώπινης δραστηριότητας αλλά αυτή η παραγωγή δεν διασυνδέεται συχνά με τις ανάγκες του Τρίτου Τομέα. Με έναν καλύτερο συντονισμό αυτή η εισροή θα υποστηρίξει καλύτερες, αντικειμενικότερες και λιγότερο χρονοβόρες διαδικασίες μέτρησης κοινωνικού αντικτύπου.

Σωτήρης Πετρόπουλος,
Director, HIGGS

Higgs
About Higgs